ἀύλως

ἄυλος
immaterial
adverbial
ἄυλος
immaterial
masc/fem acc pl (doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αὐλώς — αὐλός pipe masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ένυλος — ἔνυλος, ον (AM) [ύλη] μσν. 1. υλικός 2. δασώδης αρχ. 1. αυτός που περιέχεται στην ύλη, στο σώμα 2. αστρολ. ο προορισμένος να υποστεί ζημιά σε δάσος, δηλ. από πυρκαγιά. επίρρ... ἐνύλως (αντίθ. τού ἀύλως) κατά τρόπο ένυλο, υλικώς …   Dictionary of Greek

  • υλικός — ή, ό / ὑλικός, ή, όν, ΝΜΑ [ὕλη] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ύλη ή αποτελείται από ύλη, σε αντιδιαστολή προς τον άυλο (α. «υλικός κόσμος» β. «ὑλικὴ ουσία», Αριστοτ.) 2. εγκόσμιος, γήινος, φθαρτός, σε αντιδιαστολή με τον υπερκόσμιο, τον… …   Dictionary of Greek

  • ԱՆՆԻՒԹԱԲԱՐ — ( ) NBH 1 0211 Chronological Sequence: Unknown date, 8c, 12c մ. ἁύλως immaterialiter Անխառն գոլով ʼի նիւթոյ. անմարմնաբար. հոգեպէս. իմանալի օրինակաւ. *Զիշխանականսն լուսափայլութիւնս աննիւթաբար եւ անխառն ընկալեալք ʼի ներքս. Դիոն. երկն.: *Անմարմնապէս …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.